crackpot
crack
ˈkræk
κραικ
pot
ˌpɑt
πατ
/kɹˈækpɒt/

Ορισμός και σημασία του "crackpot"στα αγγλικά

01

εκκεντρικός, πρωτότυπο

a whimsically eccentric person
crackpot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crackpots

Λεξικό Δέντρο

crackpot

crack

+

pot

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store