Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crackling
01
κροτάλισμα, τρίξιμο
the sharp sound of popping and snapping, often associated with the breaking or burning of materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The fireplace filled the room with the comforting crackling of burning logs.
Το τζάκι γέμισε το δωμάτιο με τον ανακουφιστικό κρότο των καυσόξυλων που έκαιγαν.
02
κρακλίνγκ, υπολείμματα από το λίπος ζώου
the residue that remains after animal fat has been rendered
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
crackling
crackle



























