coy
coy
kɔɪ
koy
conoy

Ορισμός και σημασία του "coy"στα αγγλικά

01

ντροπαλός, συνεσταλμένος

shy, modest, or reluctant to reveal one's true feelings or intentions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
coyest
συγκριτικός βαθμός
coyer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a coy smile, not wanting to reveal her excitement too easily. 

Του έδωσε ένα ντροπαλό χαμόγελο, δεν θέλοντας να αποκαλύψει τον ενθουσιασμό της πολύ εύκολα.

02

κοκέτα, πιτσιρικάς

affectedly modest or shy especially in a playful or provocative way 
03

συνεσταλμένος, ντροπαλός

modestly or warily rejecting approaches or overtures 

Λεξικό Δέντρο

coyly
coyness
coy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store