coveted
co
ˈkʌ
ka
ve
vi
ted
tɪd
tid
covered

Ορισμός και σημασία του "coveted"στα αγγλικά

01

πολυπόθητος, επιθυμητός

strongly desired by many people 
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coveted
συγκριτικός βαθμός
more coveted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coveted award was presented to the top performer of the year. 

Το πολυπόθητο βραβείο απονεμήθηκε στον κορυφαίο ερμηνευτή της χρονιάς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store