Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coveted
01
πολυπόθητος, επιθυμητός
strongly desired by many people
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coveted
συγκριτικός βαθμός
more coveted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coveted award was presented to the top performer of the year.
Το πολυπόθητο βραβείο απονεμήθηκε στον κορυφαίο ερμηνευτή της χρονιάς.
Λεξικό Δέντρο
coveted
covet



























