Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coveted
01
πολυπόθητος, επιθυμητός
strongly desired by many people
Παραδείγματα
The coveted internship at the prestigious law firm was highly competitive, with applicants from top universities around the country.
Η πολυπόθητη πρακτική άσκηση στην επιφανή δικηγορική εταιρεία ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική, με υποψήφιους από τα κορυφαία πανεπιστήμια της χώρας.
Λεξικό Δέντρο
coveted
covet



























