Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
covert
Παραδείγματα
The agent ’s covert actions were hidden from public view to ensure the mission ’s success.
Οι μυστικές ενέργειες του πράκτορα κρύβονταν από τη δημόσια θέα για να εξασφαλιστεί η επιτυχία της αποστολής.
02
καλυμμένη, προστατευμένη
legally or socially protected as a married woman
Παραδείγματα
Being covert meant her husband managed all her financial affairs.
Το να είσαι προστατευμένη σήμαινε ότι ο σύζυγός της διηύθυνε όλες τις οικονομικές της υποθέσεις.
Covert
01
πτερό κάλυψης, καλυπτήριο πτερό
a feather that covers the base of a wing or tail feather, aiding flight and insulation
Παραδείγματα
The wing's covert feathers protect the primary feathers underneath.
Τα καλυπτήρια φτερά προστατεύουν τα κύρια φτερά από κάτω.
02
ένα κρησφύγετο, ένα καταφύγιο
something that serves to hide or shelter an object, area, or person
Παραδείγματα
The cabin was hidden in a covert of thick shrubs.
Η καλύβα ήταν κρυμμένη σε ένα κρησφύγετο από πυκνούς θάμνους.
03
μία νεοσσιασμός φαλαρίδων, μία ομάδα φαλαρίδων
a group of coots considered collectively
Παραδείγματα
In winter, coots often gather in a covert for warmth.
Το χειμώνα, οι φαλαρίδες συχνά συγκεντρώνονται σε ένα κοπάδι για ζεστασιά.
Λεξικό Δέντρο
covertly
covertness
covert



























