Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterweight
01
αντίβαρο, βάρος ισορροπίας
a mass used to provide balance to another mass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterweights
Παραδείγματα
The elevator uses a counterweight to help lift and lower the car smoothly.
Ο ανελκυστήρας χρησιμοποιεί ένα αντίβαρο για να βοηθήσει στην ομαλή ανύψωση και κάθοδο του θαλάμου.
to counterweight
01
αποτελούν αντίβαρο, λειτουργούν ως αντίβαρο
constitute a counterweight or counterbalance to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterweight
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterweights
ενεστώτα μετοχή
counterweighting
απλός αόριστος
counterweighted
παθητική μετοχή
counterweighted



























