counterweight
coun
ˈkaʊn
kawn
ter
weight
weɪt
veit

Ορισμός και σημασία του "counterweight"στα αγγλικά

01

αντίβαρο, βάρος ισορροπίας

a mass used to provide balance to another mass 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterweights
Παραδείγματα
The elevator uses a counterweight to help lift and lower the car smoothly. 

Ο ανελκυστήρας χρησιμοποιεί ένα αντίβαρο για να βοηθήσει στην ομαλή ανύψωση και κάθοδο του θαλάμου.

to counterweight
01

αποτελούν αντίβαρο, λειτουργούν ως αντίβαρο

constitute a counterweight or counterbalance to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterweight
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterweights
ενεστώτα μετοχή
counterweighting
απλός αόριστος
counterweighted
παθητική μετοχή
counterweighted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store