counterweight
coun
ˈkaʊn
καουν
ter
tər
ταρ
weight
ˌweɪt
ουειτ
/kˈa‍ʊntəwˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "counterweight"στα αγγλικά

01

αντίβαρο, βάρος ισορροπίας

a mass used to provide balance to another mass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterweights
Παραδείγματα
In the clock mechanism, the counterweight helps regulate the movement of the pendulum.
Στον μηχανισμό του ρολογιού, το αντίβαρο βοηθά στη ρύθμιση της κίνησης του εκκρεμούς.
to counterweight
01

αποτελούν αντίβαρο, λειτουργούν ως αντίβαρο

constitute a counterweight or counterbalance to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterweight
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterweights
ενεστώτα μετοχή
counterweighting
απλός αόριστος
counterweighted
παθητική μετοχή
counterweighted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store