Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
counterproductive
01
αντιπαραγωγικός, που παράγει αποτελέσματα αντίθετα με τα επιδιωκόμενα
producing results that are contrary to what was intended
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most counterproductive
συγκριτικός βαθμός
more counterproductive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision to cut corners on safety measures proved counterproductive when accidents increased.
Η απόφαση να περικοπούν τα μέτρα ασφαλείας αποδείχθηκε αντιπαραγωγική όταν αυξήθηκαν τα ατυχήματα.



























