Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterprogramming
01
αντιπρογραμματισμός, εναλλακτικός προγραμματισμός
an alternative programming scheduled at the same time as a popular event to attract a different audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
counterprogrammings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
counterprogramming
counter
programming



























