countermand
coun
ˈkaʊn
καουν
ter
tər
ταρ
mand
ˌmænd
μαινντ
/kˈa‍ʊntəmˌænd/

Ορισμός και σημασία του "countermand"στα αγγλικά

01

αντίθετη εντολή, ακύρωση

a contrary command cancelling or reversing a previous command
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
countermands
to countermand
01

ακυρώνω, ανακαλώ

to officially cancel or replace a command
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
countermand
γ΄ ενικό πρόσωπο
countermands
ενεστώτα μετοχή
countermanding
απλός αόριστος
countermanded
παθητική μετοχή
countermanded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store