Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Countermand
01
αντίθετη εντολή, ακύρωση
a contrary command cancelling or reversing a previous command
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
countermands
to countermand
01
ακυρώνω, ανακαλώ
to officially cancel or replace a command
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
countermand
γ΄ ενικό πρόσωπο
countermands
ενεστώτα μετοχή
countermanding
απλός αόριστος
countermanded
παθητική μετοχή
countermanded



























