to cough
cough
kɒf
kof
couchchoughcouth

Ορισμός και σημασία του "cough"στα αγγλικά

to cough
01

βήχω, έχω βήχα

to push air out of our mouth with a sudden noise 
Intransitive
to cough definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cough
γ΄ ενικό πρόσωπο
coughs
ενεστώτα μετοχή
coughing
απλός αόριστος
coughed
παθητική μετοχή
coughed
Παραδείγματα
Don't cough into your hand; it's better to use a tissue. 

Μην βήχεις στο χέρι σου; είναι καλύτερα να χρησιμοποιήσεις χαρτομάντηλο.

01

βήχας, κρίση βήχα

the action of air coming out of our mouth with force 
cough definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coughs
Παραδείγματα
After two weeks, the cough finally disappeared. 

Μετά από δύο εβδομάδες, ο βήχας τελικά εξαφανίστηκε.

02

βήχας, επίθεση βήχα

a condition or disease that makes one cough frequently 
cough definition and meaning
Παραδείγματα
Drinking warm tea helped to soothe her cough. 

Το να πίνει ζεστό τσάι βοήθησε να καταπραΰνει τον βήχα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store