Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Couchsurfing
01
couchsurfing, προσωρινή διαμονή σε καναπέ
to the act of staying temporarily in someone else's home, typically sleeping on their couch, often as a way to save money while traveling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
couchsurfing
couch
surfing



























