Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
costly
01
δαπανηρός, ακριβός
costing much money, often more than one is willing to pay
Παραδείγματα
The university tuition fees were too costly for many students, so they sought scholarships or financial aid.
Τα δίδακτρα του πανεπιστημίου ήταν πολύ ακριβά για πολλούς φοιτητές, γι' αυτό αναζήτησαν υποτροφίες ή οικονομική βοήθεια.
02
δαπανηρός, οδυνηρός
causing significant pain or hardship
Παραδείγματα
The war proved to be a costly conflict, resulting in many lives lost.
Ο πόλεμος αποδείχθηκε μια δαπανηρή σύγκρουση, με αποτέλεσμα πολλές απώλειες ζωών.
Λεξικό Δέντρο
costliness
costly
cost



























