costly
cost
ˈkɒst
kost
ly
li
li
cosily

Ορισμός και σημασία του "costly"στα αγγλικά

01

δαπανηρός, ακριβός

costing much money, often more than one is willing to pay 
costly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
costliest
συγκριτικός βαθμός
costlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision to renovate the kitchen was a costly undertaking. 

Η απόφαση να ανακαινίσουμε την κουζίνα ήταν μια δαπανηρή υπόθεση.

02

δαπανηρός, οδυνηρός

causing significant pain or hardship 
Παραδείγματα
The breakup was costly, leaving her heartbroken. 

Ο χωρισμός ήταν δαπανηρός, αφήνοντάς την με σπασμένη καρδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store