Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
costly
01
δαπανηρός, ακριβός
costing much money, often more than one is willing to pay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
costliest
συγκριτικός βαθμός
costlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, economics, evaluation
Παραδείγματα
The decision to renovate the kitchen was a costly undertaking.
Η απόφαση να ανακαινίσουμε την κουζίνα ήταν μια δαπανηρή υπόθεση.
02
δαπανηρός, οδυνηρός
causing significant pain or hardship
Παραδείγματα
The breakup was costly, leaving her heartbroken.
Ο χωρισμός ήταν δαπανηρός, αφήνοντάς την με σπασμένη καρδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
costliness
costly
cost



























