Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Costmary
01
costmary, αρωματικό βότανο
an aromatic herb known for its minty fragrance and medicinal properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
costmaries
Παραδείγματα
He brewed a cup of costmary tea to soothe his upset stomach after a heavy meal.
Έφτιαξε ένα φλιτζάνι τσάι costmary για να ηρεμήσει το αναστατωμένο στομάχι του μετά από ένα βαριά γεύμα.
02
κοστμάρι, φύλλο της Παναγίας
leaves used sparingly (because of bitter overtones) in sauces and soups and stuffings



























