airflow
air
ˈeə
e
flow
fləʊ
flew

Ορισμός και σημασία του "airflow"στα αγγλικά

01

ροή αέρα, κυκλοφορία αέρα

the movement of air, especially as it flows around an object or through a system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airflows
Παραδείγματα
The car's design improves airflow for better fuel efficiency. 

Ο σχεδιασμός του αυτοκινήτου βελτιώνει τη ροή αέρα για καλύτερη απόδοση καυσίμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store