corruptible
Pronunciation
/kɝˈəptɪbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "corruptible"στα αγγλικά

corruptible
01

διαφθαρτός, δωροδοκήσιμος

capable of being easily influenced to do criminal and dishonest things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corruptible
συγκριτικός βαθμός
more corruptible
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

corruptibility
incorruptible
corruptible
corrupt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store