corral
co
κερ
rral
ˈræl
ραιλ
/kəɹˈæl/

Ορισμός και σημασία του "corral"στα αγγλικά

to corral
01

συγκεντρώνω, μαζεύω

to gather or bring together things into one place
Transitive: to corral sth
to corral definition and meaning
Παραδείγματα
He corralled his tools after finishing the repair work.
Συγκέντρωσε τα εργαλεία του αφού τελείωσε τις επισκευαστικές εργασίες.
02

περιφράσσω, συγκεντρώνω

to gather and confine animals or people within an enclosed area or space
Transitive: to corral a group of people or animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
corral
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrals
ενεστώτα μετοχή
corralling
απλός αόριστος
corralled
παθητική μετοχή
corralled
Παραδείγματα
The event staff efficiently corraled attendees into lines for ticket check-in.
Το προσωπικό της εκδήλωσης συγκέντρωσε αποτελεσματικά τους παρευρισκόμενους σε γραμμές για τον έλεγχο εισιτηρίων.
03

περικυκλώνω, τοποθετώ σε κύκλο

to organize or position wagons in a circular or enclosed arrangement
Transitive: to corral wagons
Παραδείγματα
The pioneers corralled the wagons to make a secure area for cooking and sleeping.
Οι πιονιέροι περιέφραξαν τις άμαξες για να δημιουργήσουν μια ασφαλή περιοχή για μαγείρεμα και ύπνο.
01

περίφραξη για βοοειδή, σταύλος

a pen for cattle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corrals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store