to corral
co
rral
ˈræl
rāl
coral

Ορισμός και σημασία του "corral"στα αγγλικά

to corral
01

συγκεντρώνω, μαζεύω

to gather or bring together things into one place 
Transitive: to corral sth
to corral definition and meaning
Παραδείγματα
They corralled their belongings before leaving the campsite. 

Συγκέντρωσαν τα υπάρχοντά τους πριν φύγουν από το κάμπινγκ.

02

περιφράσσω, συγκεντρώνω

to gather and confine animals or people within an enclosed area or space 
Transitive: to corral a group of people or animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
corral
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrals
ενεστώτα μετοχή
corralling
απλός αόριστος
corralled
παθητική μετοχή
corralled
Παραδείγματα
The ranchers corralled the horses before sunset. 

Οι κτηνοτρόφοι συγκέντρωσαν τα άλογα πριν από το ηλιοβασίλεμα.

03

περικυκλώνω, τοποθετώ σε κύκλο

to organize or position wagons in a circular or enclosed arrangement 
Transitive: to corral wagons
Παραδείγματα
They corralled the wagons into a circle to form a safe camp for the night. 

Συγκέντρωσαν τα βαγόνια σε έναν κύκλο για να σχηματίσουν ένα ασφαλές καταυλισμό για τη νύχτα.

01

περίφραξη για βοοειδή, σταύλος

a pen for cattle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corrals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store