corporeal
cor
ˈkɔ:r
κωρ
po
po:
πω
real
ˌriəl
ριαλ
/kˈɔːpɔːɹˌi‍əl/

Ορισμός και σημασία του "corporeal"στα αγγλικά

01

σωματικός, υλικός

existing in a physical form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corporeal
συγκριτικός βαθμός
more corporeal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His corporeal form seemed to vanish into thin air, leaving only his shadow behind.
Η σωματική του μορφή φαινόταν να εξαφανίζεται στον αέρα, αφήνοντας πίσω του μόνο τη σκιά του.
02

σωματικός, υλικός

having a physical and not spiritual nature
Παραδείγματα
The research was based entirely on corporeal evidence, without reference to any spiritual beliefs.
Η έρευνα βασίστηκε εξ ολοκλήρου σε σωματικά στοιχεία, χωρίς αναφορά σε οποιεσδήποτε πνευματικές πεποιθήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store