Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corporeal
01
σωματικός, υλικός
existing in a physical form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corporeal
συγκριτικός βαθμός
more corporeal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His corporeal form seemed to vanish into thin air, leaving only his shadow behind.
Η σωματική του μορφή φαινόταν να εξαφανίζεται στον αέρα, αφήνοντας πίσω του μόνο τη σκιά του.
02
σωματικός, υλικός
having a physical and not spiritual nature
Παραδείγματα
The research was based entirely on corporeal evidence, without reference to any spiritual beliefs.
Η έρευνα βασίστηκε εξ ολοκλήρου σε σωματικά στοιχεία, χωρίς αναφορά σε οποιεσδήποτε πνευματικές πεποιθήσεις.
Λεξικό Δέντρο
corporeality
incorporeal
corporeal
corpore



























