Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corporeal
01
σωματικός, υλικός
existing in a physical form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corporeal
συγκριτικός βαθμός
more corporeal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
existence, body, philosophy
Παραδείγματα
The doctor examined the corporeal symptoms before determining the appropriate treatment plan.
Ο γιατρός εξέτασε τα σωματικά συμπτώματα πριν καθορίσει το κατάλληλο σχέδιο θεραπείας.
02
σωματικός, υλικός
having a physical and not spiritual nature
Παραδείγματα
In many religious teachings, corporeal life is just a brief phase before the spiritual journey begins.
Σε πολλές θρησκευτικές διδασκαλίες, η σωματική ζωή είναι απλώς μια σύντομη φάση πριν ξεκινήσει το πνευματικό ταξίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
corporeality
incorporeal
corporeal
corpore



























