corpulent
cor
ˈkɔ:
kaw
pu
pjʊ
pyoo
lent
lənt
lēnt

Ορισμός και σημασία του "corpulent"στα αγγλικά

01

παχύσαρκος, χοντρός

excessively overweight or obese 
corpulent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corpulent
συγκριτικός βαθμός
more corpulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The king's corpulent figure filled the grand throne. 

Η παχύσαρκη φιγούρα του βασιλιά γέμιζε το μεγάλο θρόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store