corpulent
Pronunciation
/kˈɔːɹpjʊlənt/

Ορισμός και σημασία του "corpulent"στα αγγλικά

01

παχύσαρκος, χοντρός

excessively overweight or obese
corpulent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corpulent
συγκριτικός βαθμός
more corpulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fashion industry has been criticized for not adequately representing people of all body types, especially those who are corpulent.
Η βιομηχανία μόδας έχει επικριθεί για τη μη επαρκή αναπαράσταση ατόμων όλων των σωματικών τύπων, ειδικά εκείνων που είναι παχύσαρκοι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store