corporate
cor
ˈkɔ:
kaw
po
rate
rət
rēt

Ορισμός και σημασία του "corporate"στα αγγλικά

01

εταιρικός, εταιρείας

involving a large company 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The corporate headquarters of the company are located in New York City. 

Η εταιρική έδρα της εταιρείας βρίσκεται στη Νέα Υόρκη.

02

συλλογικός, κοινός

shared by or involving all members of a group acting together 
Παραδείγματα
The decision reflected the corporate will of the committee. 

Η απόφαση αντανακλούσε τη εταιρική βούληση της επιτροπής.

03

εταιρικός, επαγγελματικός

(of a company or organization) legally recognized as a single entity 
Παραδείγματα
Corporate governance dictates how a corporation is managed. 

Η εταιρική διακυβέρνηση καθορίζει πώς διαχειρίζεται μια εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store