corporate
cor
ˈkɔr
κορ
po
περ
rate
rət
ρατ
/kˈɔːpəɹət/

Ορισμός και σημασία του "corporate"στα αγγλικά

01

εταιρικός, εταιρείας

involving a large company
Παραδείγματα
Corporate taxes play a significant role in government revenue collection.
Οι εταιρικοί φόροι παίζουν σημαντικό ρόλο στη συλλογή εσόδων της κυβέρνησης.
02

συλλογικός, κοινός

shared by or involving all members of a group acting together
Παραδείγματα
The organization emphasized corporate accountability.
Ο οργανισμός τόνισε την εταιρική ευθύνη.
03

εταιρικός, επαγγελματικός

(of a company or organization) legally recognized as a single entity
Παραδείγματα
Mergers require approval from the corporate board.
Οι συγχωνεύσεις απαιτούν έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store