Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controversial
01
αμφιλεγόμενος, πολεμικός
causing a lot of strong public disagreement or discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most controversial
συγκριτικός βαθμός
more controversial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's controversial statements about immigration sparked heated discussions among voters.
Οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του πολιτικού για τη μετανάστευση πυροδότησαν έντονες συζητήσεις μεταξύ των ψηφοφόρων.
Λεξικό Δέντρο
controversially
noncontroversial
uncontroversial
controversial
controversy



























