contributor
cont
ˈkənt
kēnt
ri
ri
bu
bjʊ
byoo
tor

Ορισμός και σημασία του "contributor"στα αγγλικά

01

συνεισφέροντας, δωρητής

someone who gives money, time, effort, goods, or other resources to support a person, organization, or cause 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contributors
Παραδείγματα
Major contributors to the campaign included wealthy donors and political action committees. 

Οι κύριοι συνεισφέροντες στην καμπάνια περιλάμβαναν πλούσιους δωρητές και επιτροπές πολιτικής δράσης.

02

συνεργάτης, συνεισφέρων

someone who writes a piece to be published in a newspaper or magazine 
Παραδείγματα
The magazine has a diverse group of contributors who write articles on a wide range of topics. 

Το περιοδικό έχει μια ποικιλόμορφη ομάδα συντελεστών που γράφουν άρθρα για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων.

03

συνεισφέρον, παράγοντας συμβολής

a factor that helps to make something happen 
Παραδείγματα
Regular exercise is a significant contributor to overall health and well-being. 

Η τακτική άσκηση είναι ένας σημαντικός συντελεστής για τη γενική υγεία και ευεξία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store