Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contribution
01
συνεισφορά
someone or something's role in achieving a specific result, particularly a positive one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contributions
Παραδείγματα
Her many years of service and contributions have helped make our organization what it is today.
Τα πολλά χρόνια υπηρεσίας και συνεισφοράς της βοήθησαν να γίνει ο οργανισμός μας αυτό που είναι σήμερα.
02
δωρεά, συνεισφορά
a voluntary gift of money, service, or ideas for a worthy cause
Παραδείγματα
They encouraged contributions from all employees.
Ενθάρρυναν τις συνεισφορές από όλους τους υπαλλήλους.
03
συνεισφορά, άρθρο
a written piece submitted for publication, often as part of a collection
Παραδείγματα
The newspaper published her contribution on local history.
Η εφημερίδα δημοσίευσε τη συνεισφορά της στην τοπική ιστορία.
Λεξικό Δέντρο
contribution
contribute



























