Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Continuant
01
συνεχής, συνεχές σύμφωνο
(phonetics) a consonant that is sounded with the vocal tract half-open, allowing the air to pass through
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
continuants
continuant
01
συνεχής, διαρκής
(phonetics) connected with a consonant that is produced while the vocal tract is partly open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























