Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Constraint
01
αναγκασμός, εξαναγκασμός
using force, threats, or pressure to control someone's actions or thoughts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
constraints
Παραδείγματα
The confession was given under constraint.
Η ομολογία δόθηκε υπό αναγκασμό.
02
περιορισμός, εμπόδιο
something that limits or restricts actions, choices, or development
Παραδείγματα
Time is a major constraint in completing the project.
Ο χρόνος είναι ένας σημαντικός περιορισμός στην ολοκλήρωση του έργου.
03
περιορισμός, αναστολή
the condition of being physically held, tied, or otherwise restricted in movement
Παραδείγματα
The prisoner's constraint made it impossible for him to escape.
Ο περιορισμός του κρατουμένου του έκανε αδύνατη την απόδραση.
Λεξικό Δέντρο
unconstraint
constraint



























