Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conservationist
01
συντηρητικός, προστάτης του περιβάλλοντος
someone who makes efforts to protect the environment and wildlife from any type of harm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conservationists
Παραδείγματα
The conservationist worked tirelessly to protect endangered species and their habitats.
Ο συντηρητής εργάστηκε ακούραστα για να προστατεύσει τα απειλούμενα είδη και τα οικοσυστήματά τους.
Λεξικό Δέντρο
conservationist
conservation
conserve



























