Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Consequence
01
συνέπεια, αποτέλεσμα
a phenomenon or event that follows from and is caused by a previous action or occurrence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
consequences
Παραδείγματα
Flooding was a consequence of the heavy rains.
Η πλημμύρα ήταν συνέπεια των ισχυρών βροχοπτώσεων.
02
συνέπεια, αποτέλεσμα
the outcome or result of an event, especially as it affects an individual
Παραδείγματα
Losing the match had severe consequences for the team.
Η ήττα στον αγώνα είχε σοβαρές συνέπειες για την ομάδα.
03
συνέπεια, σημασία
importance, influence, or significant effect
Παραδείγματα
The research has major consequences for public health.
Η έρευνα έχει σημαντικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία.
Λεξικό Δέντρο
inconsequence
consequence
consequ



























