Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confine
01
περιορίζω, περιόριζω
to keep someone or something within limits of different types, such as subject, activity, area, etc.
Transitive: to confine scope or extent of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confine
γ΄ ενικό πρόσωπο
confines
ενεστώτα μετοχή
confining
απλός αόριστος
confined
παθητική μετοχή
confined
Παραδείγματα
The doctor advised him to confine his activities to avoid aggravating his injury.
Ο γιατρός του συμβούλεψε να περιορίσει τις δραστηριότητές του για να αποφύγει την επιδείνωση του τραυματισμού του.
02
περιορίζω, φυλακίζω
to prevent someone or something from leaving or being taken away from a place
Transitive: to confine a person or animal
Παραδείγματα
The zookeepers must confine the lions in secure enclosures for safety.
Οι φύλακες του ζωολογικού κήπου πρέπει να περιορίζουν τους λιοντάρια σε ασφαλείς εγκλωβισμούς για ασφάλεια.
03
περιορίζω, φυλακίζω
to keep something or someone within a specific area or space by limiting their movement
Transitive: to confine sb/sth
Παραδείγματα
The storm confined them indoors for the entire day.
Η καταιγίδα τους περίκλεισε μέσα όλη τη μέρα.
04
περιορίζω, περικυκλώνω
to surround or close in on something or someone
Transitive: to confine sb/sth
Παραδείγματα
The walls of the room confined him, making him feel trapped.
Οι τοίχοι του δωματίου τον περιόρισαν, κάνοντάς τον να νιώθει παγιδευμένος.
Λεξικό Δέντρο
confined
confinement
confining
confine



























