Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confidently
01
με αυτοπεποίθηση, με σιγουριά
in a manner that shows strong belief in one's own skills or qualities
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
He confidently entered the room, ready to give his presentation.
Μπήκε με σιγουριά στο δωμάτιο, έτοιμος να κάνει την παρουσίασή του.
02
με σιγουριά, με αυτοπεποίθηση
in a way that expresses certainty or little doubt about a future event or outcome
Παραδείγματα
The scientist confidently announced the success of the experiment.
Ο επιστήμονας ανακοίνωσε με σιγουριά την επιτυχία του πειράματος.
Λεξικό Δέντρο
confidently
confident
confide



























