conducive
Pronunciation
/kənˈdusɪv/

Ορισμός και σημασία του "conducive"στα αγγλικά

01

ευνοϊκός, επιτυχής

leading to the desired goal or result by providing the right conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most conducive
συγκριτικός βαθμός
more conducive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Positive feedback from parents is conducive to a child's self-esteem.
Η θετική ανατροφοδότηση από τους γονείς συντελεί στην αυτοεκτίμηση ενός παιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store