Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conducive
01
ευνοϊκός, επιτυχής
leading to the desired goal or result by providing the right conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most conducive
συγκριτικός βαθμός
more conducive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quiet environment was conducive to studying.
Το ήσυχο περιβάλλον ήταν ευνοϊκό για τη μελέτη.
Λεξικό Δέντρο
conducive
conduce



























