conducive
con
kən
kēn
du
ˈdju:
dyoo
cive
sɪv
siv
conductive

Ορισμός και σημασία του "conducive"στα αγγλικά

01

ευνοϊκός, επιτυχής

leading to the desired goal or result by providing the right conditions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most conducive
συγκριτικός βαθμός
more conducive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quiet environment was conducive to studying. 

Το ήσυχο περιβάλλον ήταν ευνοϊκό για τη μελέτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store