Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conducive
01
ευνοϊκός, επιτυχής
leading to the desired goal or result by providing the right conditions
Παραδείγματα
Positive feedback from parents is conducive to a child's self-esteem.
Η θετική ανατροφοδότηση από τους γονείς συντελεί στην αυτοεκτίμηση ενός παιδιού.
Λεξικό Δέντρο
conducive
conduce



























