Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condemning
01
καταδικαστικός, μεμπτικός
containing or imposing condemnation or censure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most condemning
συγκριτικός βαθμός
more condemning
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
condemning
condemn



























