Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concord
01
συμφωνία, αρμονία
agreement and peace between people or a group of countries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The treaty aimed to establish concord between the two neighboring nations.
Η συνθήκη είχε ως στόχο τη δημιουργία συμφωνίας μεταξύ των δύο γειτονικών εθνών.
02
συμφωνία, γραμματική συμφωνία
the determination of grammatical inflection on the basis of word relations
03
συμφωνία, αρμονία
a state of harmony and agreement, where different elements or factors fit together and produce a unified whole
Παραδείγματα
The interior designer was praised for the concord of colors and patterns he used in the living room, making it both vibrant and soothing.
Ο εσωτερικός σχεδιαστής επαινέθηκε για τη συμφωνία των χρωμάτων και των σχεδίων που χρησιμοποίησε στο σαλόνι, κάνοντάς το ταυτόχρονα ζωντανό και χαλαρωτικό.
to concord
01
συμφωνώ, είμαι σε συμφωνία
be in accord; be in agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
concord
γ΄ ενικό πρόσωπο
concords
ενεστώτα μετοχή
concording
απλός αόριστος
concorded
παθητική μετοχή
concorded
02
συμφωνώ, οργανώνω τις λέξεις ενός κειμένου για να δημιουργήσω μια συμφωνία
arrange the words of a text so as to create a concordance
03
συμφωνώ, κανονίζω με συμφωνία
arrange by concord or agreement
04
συμφωνώ, πηγαίνω μαζί
go together



























