to conceal
con
kən
kēn
ceal
ˈsi:l
sil
congeal

Ορισμός και σημασία του "conceal"στα αγγλικά

to conceal
01

κρύβω, καλύπτω

to carefully cover or hide something or someone 
Transitive: to conceal sth
to conceal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conceal
γ΄ ενικό πρόσωπο
conceals
ενεστώτα μετοχή
concealing
απλός αόριστος
concealed
παθητική μετοχή
concealed
Παραδείγματα
The spy used a hat and sunglasses to conceal her identity. 

Ο κατάσκοπος χρησιμοποίησε ένα καπέλο και γυαλιά ηλίου για να καλύψει την ταυτότητά της.

02

κρύβω, αποκρύπτω

to keep something hidden so others don’t know about it 
Transitive: to conceal truth or feelings
Παραδείγματα
She tried to conceal her excitement about the surprise. 

Προσπάθησε να κρύψει τον ενθουσιασμό της για την έκπληξη.

Λεξικό Δέντρο

concealed
concealer
concealing
conceal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store