Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to concede
01
παραδέχομαι, δυσαρεστημένα παραδέχομαι
to reluctantly admit that something is true after denying it first
Transitive: to concede that | to concede sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concede
γ΄ ενικό πρόσωπο
concedes
ενεστώτα μετοχή
conceding
απλός αόριστος
conceded
παθητική μετοχή
conceded
Παραδείγματα
After a heated debate, he finally conceded that he might have been wrong.
Μετά από μια έντονη συζήτηση, τελικά παραδέχτηκε ότι μπορεί να είχε άδικο.
02
υποχωρώ, παραχωρώ
to give in or agree to a request
Intransitive: to concede to a request
Παραδείγματα
After much discussion, she conceded to their request for more time.
Μετά από πολλή συζήτηση, παραχώρησε στο αίτημά τους για περισσότερο χρόνο.
03
παραχωρώ, εγκρίνω
to grant something such as control, a privilege, or right, often reluctantly
Transitive: to concede control or a privilege
Παραδείγματα
After a long negotiation, the company finally conceded control of the project to the new partner.
Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, η εταιρεία τελικά παραχώρησε τον έλεγχο του έργου στον νέο συνεργάτη.
04
παραδέχομαι την ήττα, συγκατολογίζομαι
to admit defeat in a competition, election, etc.
Transitive: to concede a competition
Παραδείγματα
After a tense debate, the candidate finally conceded defeat.
Μετά από μια έντονη συζήτηση, ο υποψήφιος τελικά παραδέχτηκε την ήττα.
Λεξικό Δέντρο
conceding
concession
concessive
concede



























