Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comprehensive
01
περιεκτικός, ολοκληρωμένος
covering or including all aspects of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comprehensive
συγκριτικός βαθμός
more comprehensive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comprehensive guidebook contained information on all the tourist attractions in the city.
Ο ολοκληρωμένος οδηγός περιελάμβανε πληροφορίες για όλα τα τουριστικά αξιοθέατα της πόλης.
02
περιεκτικός, ολοκληρωμένος
covering a wide range
Παραδείγματα
The new law aims to be comprehensive, addressing various aspects of environmental protection.
Ο νέος νόμος στοχεύει να είναι ολοκληρωμένος, ασχολούμενος με διάφορες πτυχές της προστασίας του περιβάλλοντος.
Comprehensive
01
διεξοδική εξέταση, εντατική αξιολόγηση
an intensive examination testing a student's proficiency in some special field of knowledge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comprehensives
Λεξικό Δέντρο
comprehensively
comprehensiveness
incomprehensive
comprehensive
comprehend



























