Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to comply
01
συμμορφώνομαι, υπακούω
to act in accordance with rules, regulations, or requests
Intransitive: to comply | to comply with regulations or requests
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
comply
γ΄ ενικό πρόσωπο
complies
ενεστώτα μετοχή
complying
απλός αόριστος
complied
παθητική μετοχή
complied
Παραδείγματα
Last month, the construction team complied with the revised building codes.
Τον περασμένο μήνα, η ομάδα κατασκευής συμμορφώθηκε με τους αναθεωρημένους κώδικες κτιρίων.
Λεξικό Δέντρο
compliance
compliant
compliment
comply



























