to comply
comp
ˈkəmp
kēmp
ly
laɪ
lai
comely

Ορισμός και σημασία του "comply"στα αγγλικά

to comply
01

συμμορφώνομαι, υπακούω

to act in accordance with rules, regulations, or requests 
Intransitive: to comply | to comply with regulations or requests
to comply definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
comply
γ΄ ενικό πρόσωπο
complies
ενεστώτα μετοχή
complying
απλός αόριστος
complied
παθητική μετοχή
complied
Παραδείγματα
Employees are expected to comply with the company's code of conduct. 

Αναμένεται ότι οι εργαζόμενοι θα συμμορφώνονται με τον κώδικα δεοντολογίας της εταιρείας.

Λεξικό Δέντρο

compliance
compliant
compliment
comply
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store