Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to comply
01
συμμορφώνομαι, υπακούω
to act in accordance with rules, regulations, or requests
Intransitive: to comply | to comply with regulations or requests
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
comply
γ΄ ενικό πρόσωπο
complies
ενεστώτα μετοχή
complying
απλός αόριστος
complied
παθητική μετοχή
complied
Παραδείγματα
Employees are expected to comply with the company's code of conduct.
Αναμένεται ότι οι εργαζόμενοι θα συμμορφώνονται με τον κώδικα δεοντολογίας της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
compliance
compliant
compliment
comply



























