comply
comp
ˈkəmp
καμπ
ly
laɪ
λαι
/kəmˈplaɪ/

Ορισμός και σημασία του "comply"στα αγγλικά

to comply
01

συμμορφώνομαι, υπακούω

to act in accordance with rules, regulations, or requests
Intransitive: to comply | to comply with regulations or requests
to comply definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
comply
γ΄ ενικό πρόσωπο
complies
ενεστώτα μετοχή
complying
απλός αόριστος
complied
παθητική μετοχή
complied
Παραδείγματα
Last month, the construction team complied with the revised building codes.
Τον περασμένο μήνα, η ομάδα κατασκευής συμμορφώθηκε με τους αναθεωρημένους κώδικες κτιρίων.

Λεξικό Δέντρο

compliance
compliant
compliment
comply
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store