Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complacently
01
αυτάρεσκα, με ικανοποίηση
in a self-satisfied and uncritically contented manner
Παραδείγματα
The manager complacently believed that no changes were necessary.
Ο διαχειριστής αυτάρεσκα πίστευε ότι δεν ήταν απαραίτητες αλλαγές.
Λεξικό Δέντρο
complacently
complacent



























