Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to complain
01
παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι
to express your annoyance, unhappiness, or dissatisfaction about something
Intransitive: to complain | to complain about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
complain
γ΄ ενικό πρόσωπο
complains
ενεστώτα μετοχή
complaining
απλός αόριστος
complained
παθητική μετοχή
complained
Παραδείγματα
Rather than complaining about the weather, Sarah decided to make the best of the rainy day and stayed indoors reading a book.
Αντί να παραπονιέται για τον καιρό, η Σάρα αποφάσισε να αξιοποιήσει στο έπακρο τη βροχερή μέρα και έμεινε στο σπίτι διαβάζοντας ένα βιβλίο.
02
καταγγέλλω, κατηγορώ
to formally accuse or charge someone of wrongdoing
Intransitive: to complain to sb
Παραδείγματα
The citizens ' group gathered evidence to complain to the local council about the corrupt practices of a public official.
Η ομάδα πολιτών συγκέντρωσε αποδεικτικά στοιχεία για να καταγγείλει στο τοπικό συμβούλιο τις διεφθαρμένες πρακτικές ενός δημόσιου υπαλλήλου.
Λεξικό Δέντρο
complainer
complaining
complain



























