competitor
Pronunciation
/kəmˈpɛtətɝ/, /kəmˈpɛtɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "competitor"στα αγγλικά

01

ανταγωνιστής, συμμετέχων

someone who competes with others in a sport event
competitor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
competitors
Παραδείγματα
As the oldest competitor in the tournament, he inspired many with his perseverance.
Ως ο παλαιότερος ανταγωνιστής του τουρνουά, ενέπνευσε πολλούς με την επιμονή του.
02

ανταγωνιστής, αντίπαλος

a person, organization, country, etc. that engages in commercial competition with others
Παραδείγματα
The small business struggled to stand out among its larger competitors.
Η μικρή επιχείρηση αγωνίστηκε να ξεχωρίσει ανάμεσα στους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store