Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commercialized
01
εμπορευματοποιημένος, μετατραπεί σε εμπορική επιχείρηση
made into a commercial enterprise, especially with the aim of making a profit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commercialized
συγκριτικός βαθμός
more commercialized
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
uncommercialized
commercialized
commercialize
commercial
commerce



























