Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commercialize
01
εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ
to make something into a business or focus on making money from it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commercialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
commercializes
ενεστώτα μετοχή
commercializing
απλός αόριστος
commercialized
παθητική μετοχή
commercialized
Παραδείγματα
The company commercialized the technology for mass production.
Η εταιρεία εμπορευματοποίησε την τεχνολογία για μαζική παραγωγή.
02
εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ
exploit for maximal profit, usually by sacrificing quality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commercialized
commercialize
commercial
commerce



























