Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commercialize
01
εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ
to make something into a business or focus on making money from it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commercialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
commercializes
ενεστώτα μετοχή
commercializing
απλός αόριστος
commercialized
παθητική μετοχή
commercialized
Παραδείγματα
The music industry commercializes trends to maximize sales.
Η μουσική βιομηχανία εμπορευματοποιεί τις τάσεις για να μεγιστοποιήσει τις πωλήσεις.
02
εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ
exploit for maximal profit, usually by sacrificing quality
Λεξικό Δέντρο
commercialized
commercialize
commercial
commerce



























