to commercialize
Pronunciation
/kəˈmɝʃəˌɫaɪz/
commercialise

Ορισμός και σημασία του "commercialize"στα αγγλικά

to commercialize
01

εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ

to make something into a business or focus on making money from it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commercialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
commercializes
ενεστώτα μετοχή
commercializing
απλός αόριστος
commercialized
παθητική μετοχή
commercialized
Παραδείγματα
The music industry commercializes trends to maximize sales.
Η μουσική βιομηχανία εμπορευματοποιεί τις τάσεις για να μεγιστοποιήσει τις πωλήσεις.
02

εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ

exploit for maximal profit, usually by sacrificing quality
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store