Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aghast
01
τρομαγμένος, συγχυσμένος
feeling terrified or shocked about something terrible or unexpected
Παραδείγματα
He was left aghast when he learned about the sudden and unexplained disappearance of his colleague.
Έμεινε κατάπληκτος όταν έμαθε για την ξαφνική και ανεξήγητη εξαφάνιση του συναδέλφου του.



























