Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aghast
01
τρομαγμένος, συγχυσμένος
feeling terrified or shocked about something terrible or unexpected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was aghast when she saw the extent of the damage after the storm.
Ήταν τρομαγμένη όταν είδε την έκταση της ζημιάς μετά την καταιγίδα.



























