aghast
a
ə
ē
ghast
ˈgɑ:st
gaast
repastupcastrecastclast

Ορισμός και σημασία του "aghast"στα αγγλικά

01

τρομαγμένος, συγχυσμένος

feeling terrified or shocked about something terrible or unexpected 
aghast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was aghast when she saw the extent of the damage after the storm. 

Ήταν τρομαγμένη όταν είδε την έκταση της ζημιάς μετά την καταιγίδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store