to aggrieve
agg
ˈəg
αγκ
rieve
ri:v
ριβ
reprieveconceiveperceiverelieve

Ορισμός και σημασία του "aggrieve"στα αγγλικά

to aggrieve
01

θλίβω, λυπώ

to cause someone to feel distress or sorrow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aggrieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
aggrieves
ενεστώτα μετοχή
aggrieving
απλός αόριστος
aggrieved
παθητική μετοχή
aggrieved
Παραδείγματα
His actions continue to aggrieve her, as she struggles to forgive him for the hurtful words. 

Οι πράξεις του συνεχίζουν να θλίβουν αυτήν, καθώς παλεύει να τον συγχωρήσει για τις πληγωτικές λέξεις.

02

θλίβω, αδικώ

to cause someone to feel unfairly treated, wronged, or oppressed 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aggrieved
aggrieve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store