Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aggrieve
01
θλίβω, λυπώ
to cause someone to feel distress or sorrow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aggrieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
aggrieves
ενεστώτα μετοχή
aggrieving
απλός αόριστος
aggrieved
παθητική μετοχή
aggrieved
Παραδείγματα
His actions continue to aggrieve her, as she struggles to forgive him for the hurtful words.
Οι πράξεις του συνεχίζουν να θλίβουν αυτήν, καθώς παλεύει να τον συγχωρήσει για τις πληγωτικές λέξεις.
02
θλίβω, αδικώ
to cause someone to feel unfairly treated, wronged, or oppressed
Λεξικό Δέντρο
aggrieved
aggrieve



























