Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aggravation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aggravations
Παραδείγματα
Her constant interruptions were a source of aggravation.
Οι συνεχείς διακοπές της ήταν πηγή ενόχλησης.
02
ενόχληση, εκνευρισμός
an exasperated feeling of annoyance
03
επίταση, επιδείνωση
action that makes a problem or a disease (or its symptoms) worse
Λεξικό Δέντρο
aggravation
aggravate
aggrav



























