self-effacement
self
sɛlf
self
e
ɪ
i
fface
feɪs
feis
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "self-effacement"στα αγγλικά

Self-effacement
01

αυτοαπαξίωση, υπερβολική ταπεινότητα

the act of avoiding attention and not showing your abilities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His self-effacement made him stay quiet in meetings. 

Η ταπεινότητα του τον έκανε να παραμένει σιωπηλός στις συναντήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store