Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fundie
01
θεμελιωτής, θρησκευτικός φανατικός
a Christian fundamentalist
Dialect
American
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fundies
Παραδείγματα
He avoided the fundie at the party.
Απέφυγε τον θεμελιωτή στο πάρτι.
02
φονταμενταλιστής, ριζοσπάστης
a fundamentalist of any religion
offensive
slang
Παραδείγματα
The fundie refused to compromise on any rule.
Ο θεμελιωτής αρνήθηκε να συμβιβαστεί σε οποιονδήποτε κανόνα.



























