funds
funds
fʌndz
fandz
fundus

Ορισμός και σημασία του "funds"στα αγγλικά

01

κονδύλια, κεφάλαια

assets held in the form of money, available for spending or investment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
funds
Παραδείγματα
The company transferred funds to pay its suppliers. 

Η εταιρεία μεταβίβασε κονδύλια για να πληρώσει τους προμηθευτές της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store