funds
Pronunciation
/ˈfəndz/

Ορισμός και σημασία του "funds"στα αγγλικά

01

κονδύλια, κεφάλαια

assets held in the form of money, available for spending or investment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Government funds were allocated to improve public transportation.
Τα κυβερνητικά κεφάλαια διατέθηκαν για τη βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store